ξεθηλυκώνω

ξεθηλυκώνω
ανοίγω τη θηλειά και βγάζω το κουμπί ή την πόρπη, ξεκουμπώνω.
[ΕΤΥΜΟΛ. < στερ. ξ(ε)-* + θηλυκώνω «κουμπώνω»].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ξεθηλυκώνω — ξεθηλυκώνω, ξεθηλύκωσα βλ. πίν. 3 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • ξεθηλυκώνω — ξεθηλύκωσα, ξεθηλυκώθηκα, ξεθηλυκωμένος, αποσυνδέω το θηλύκι από το κουμπί, ξεκουμπώνω: Ξεθηλυκώθηκε το φόρεμά σου …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ξεθηλύκωμα — το [ξεθηλυκώνω] η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού ξεθηλυκώνω, άνοιγμα τών θηλειών που έχουν τα κουμπιά, ξεκούμπωμα …   Dictionary of Greek

  • ξεθηλύκωτος — η, ο [ξεθηλυκώνω] αυτός που έχει βγαλμένα τα κουμπιά ή την πόρπη από τη θηλειά, ξεκούμπωτος …   Dictionary of Greek

  • ξεκουμπώνω — ανοίγω κάτι βγάζοντας τα κουμπιά από τις κουμπότρυπες, ξεθηλυκώνω …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”